Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

H AΡΧΑΙΑ ΠΟΛΙΣ – ΚΡΑΤΟΣ ΩΣ ΠΡΟΤΥΠΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ




Ἡ πόλις – κράτος κατὰ τὴν ἀρχαιότητα, ἀπὸ γεωγραφικῆς ἀπόψεως, ἦταν ἡ συνοίκηση σὲ ὁρισμένη ἐδαφικὴ ἐπικράτεια μικρότερων οἰκισμῶν–κωμῶν, ἀπὸ ὀργανωτικῆς–πολιτικῆς ἀπόψεως, ὅμως, αὐτὸ ποὺ συνιστοῦσε τὴν πόλη – κράτος ἦταν ἡ πολιτικὴ ὀργάνωση καὶ ἡ συμμετοχὴ τῶν πολιτῶν στὰ κοινά. 






Ἡ πολιτικὴ αὐτὴ συγκρότηση τῆς ἀρχαιοελληνικῆς πόλεως-κράτους ἦταν ἡ βασική της διαφορὰ ἀπὸ ἄλλους παρόμοιους σχηματισμοὺς στὴν Ἀνατολὴ (π.χ. στοὺς Σουμερίους).

 Γιὰ νὰ ἀντιληφθῇ κάποιος τὴν ἀξία ποὺ εἶχε γιὰ τὸν πολίτη ἡ συμμετοχὴ στὰ κοινὰ ἀρκεῖ νὰ γνωρίζῃ ὅτι, σύμφωνα μὲ ἕναν νόμο ποὺ ἀποδίδεται στὸν Σόλωνα, «ὁ ἐν στάσει μηδετέρας μερίδος γενόμενος» χαρακτηριζόταν ὡς «ἄ-τιμος», ἐστερεῖτο δηλ. τῆς τιμῆς τοῦ πολίτου, κατὰ συνέπεια τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, «ἀχρεῖος», δηλ. ἄχρηστος, καὶ «ἰδιώτης», λέξη ποὺ στὴν ἀγγλική της μεταφορὰ δηλώνει τὸν ἀνόητο (idiot). Καὶ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι διαφορετικά, ἐφ’ ὅσον ἡ πόλις, κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη, δημιουργήθηκε μὲν «τοῦ ζῆν ἕνεκεν», οὐσιαστικός της ὅμως ῥόλος εἶναι ἡ ἐκπλήρωση τοῦ «εὖ ζῆν». Μόνον μέσα στὴν πόλη ὁ πολίτης ὁλοκληρώνεται, γίνεται «τέλειος», ἐκπληρώνει δηλαδὴ τὸν σκοπὸ («τέλος») τῆς ὑπάρξεώς του (Ἀριστοτέλους Πολιτικά, 1252b30-1253a1).
Ἐξάλλου, ἡ πόλις ἀποτελεῖ τὸ «ὅλον», μέσα στὸ ὁποῖον ἕκαστον «μέρος» ἐπιτελεῖ τὴν λειτουργία του, χωρὶς νὰ στερεῖται τῆς μοναδικότητος καὶ τῆς ἰδιαιτερότητός του (Ἀριστοτέλους Πολιτικά, 1253a20-25), πρβ. Α’ Κορινθίους, ΙΒ’ 12-27). Ἀλλὰ οὔτε καὶ ἡ τριαδικὴ ἑνότητα θίγεται ἀπὸ τὶς «διαιρέσεις», ἐκ μέρους τῶν τριαδικῶν προσώπων, χαρισμάτων, διακονιῶν καὶ ἐνεργημάτων στὰ ἐπιμέρους ἀνθρώπινα πρόσωπα (Α’ Κορ. ΙΒ’ 4-6: «Διαιρέσεις δὲ χαρισμάτων εἰσί, τὸ δὲ αὐτὸ Πνεῦμα· καὶ διαιρέσεις διακονιῶν εἰσι, καὶ ὁ αὐτὸς Κύριος· καὶ διαιρέσεις ἐνεργημάτων εἰσίν, ὁ δὲ αὐτὸς ἐστι Θεός»). Αὐτὴ ἡ ἑνότητα καὶ ταυτοχρόνως ἡ διάκριση διακονιῶν ἦταν χαρακτηριστικὴ στὴν ἀρχαία πολιτεία (ἐπώνυμος ἄρχων = πολιτικὸς ἡγέτης, βασιλεὺς = θρησκευτικὸς ἡγέτης, πολέμαρχος = στρατιωτικὸς ἡγέτης). Καὶ μάλιστα στὶς ἀρχαιοελληνικὲς πολιτεῖες ὁ βασιλιὰς κατὰ κανόνα δὲν εἶναι κληρονομικὸς ἀλλὰ αἱρετός, θέτει δὲ τὸν ἑαυτό του στὴν ὑπηρεσία τῆς πατρίδος του, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀθηναίου βασιλιὰ Κόδρου, ποὺ θυσιάζεται γιὰ χάρη τῶν συμπολιτῶν του.
Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ τοῦ «τριλείτουργου», τῆς τριπλῆς διακονίας, ποὺ δὲν διασπᾶ τὸ ὅλον, ἀλλὰ τὸ ὑποβοηθεῖ στὴν καλύτερη ἐπιτέλεση τῶν ἐπιμέρους λειτουργιῶν του, ἡ ἀρχαία πολιτεία ὑπῆρξε ἡ προτύπωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς πολιτείας, γιὰ τὴν ὁποία ἐπίσης πρότυπο ἀποτελεῖ ἡ σχέση τῶν προσώπων τῆς μίας καὶ συγχρόνως τριαδικῆςΘεότητος (Πατὴρ – Υἱὸς - Ἅγιο Πνεῦμα), βάσει τῆς ὁποίας ἔχουμε τὰ τρία λειτουργήματα τοῦ Χριστοῦ (ἀρχιερατικὸ - προφητικὸ - βασιλικό), τὶς τρεῖς λειτουργίες (πνευματικὴ-μορφωτικὴ-κοινωνικὴ) τῆς Ἐκκλησίας, ὡς σώματος Χριστοῦ, καὶ τὶς τρεῖς διακονίες τῆς κοινωνίας-πολιτείας (πνευματικὴ- ἐκπαιδευτικὴ-κοινωνικοπολιτική). Συνακόλουθα, μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀναφέρῃ τὶς τρεῖς λειτουργίες τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς (λογικὴ- συναισθηματικὴ-βουλητική), τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῶν τριῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας κ. ο. κ. Ἡ ἑνότητα, μάλιστα, αὐτὴ τῶν τριῶν διακονιῶν συμπεραίνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀνέκαθεν στὰ χωριὰ τῆς πατρίδος μας τὸ σχολεῖο, ἡ Ἐκκλησία καὶ τὰ γραφεῖα τῆς κοινότητος εὑρίσκονται συνήθως στὸν ἴδιο ἢ σὲ παρακείμενους χώρους. Ἀνάμεσα στὶς δύο πολιτεῖες (ἀρχαιοελληνικὴ καὶ ἐκκλησιαστική), ἐξάλλου, δὲν ὑπάρχει μόνον ἐξωτερικὴ σχέση, σχέση ὀνομάτων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα τὰ δανείστηκε αὐτούσια ἀπὸ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ πρακτικὴ («ἐκκλησία», «διακονία», «ἀντιλήψεις», «κυβερνήσεις», «πρεσβύτερος», «ἀπόστολος», «εὐαγγελιστής», «ὀρφανοτρόφος», «κουροτρόφος» κ.λπ.) ἀλλὰ κυρίως σχέση βαθύτερη, οὐσιαστική.
Αὐτὴ ἡ βαθύτερη σχέση γίνεται κατανοητὴ ἀπὸ τὴν δημοκρατικὴ διαδικασία, ποὺ ἐφαρμόστηκε στὴν ἀρχαία πολιτεία μέσῳ θεσμῶν, ὅπως λ.χ. τὰ θεωρικά, οἱ «λειτουργίες», οἱ κληρωτοὶ ἄρχοντες, οἱ λαϊκοὶ δικαστές, τὴν ὁποία διαδικασία ἀκολούθησε καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα, μὲ χαρακτηριστικώτερο παράδειγμα τὴν δημοκρατικὴ ἐκλογὴ τῶν ἑπτὰ διακόνων (Πράξεις ΣΤ’, 1-7), τῶν ἀνθρώπων δηλ. ἐκείνων ποὺ θὰ ἀσχολοῦντο μὲ τὴν «διακονία τῶν τραπεζῶν», τὴν καθαρὰ δηλ. κοινωνικὴ διακονία (οἱ ἄλλες δύο ἦταν ἡ «προσευχή»,  ἡ πνευματικὴ διακονία, καὶ «ἡ διακονία τοῦ λόγου», ἡ μορφωτικὴ διακονία, πρβ. Πράξ. ΣΤ’ 4).
Ἡ ἴδια ἐπίσης δημοκρατικὴ πρακτικὴ ἐφαρμόστηκε ἀπὸ ἕναν Ρωμαῖο μάλιστα μονάρχη, τὸν Μ. Κωνσταντῖνο, κατὰ τὴν προεδρία του στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο («κρατείτω ἡ τῶν πλειόνων ψῆφος», Στ’ Κανών). Γίνεται ἑπομένως φανερὸ ὅτι ἡ ἀρχαία κοινότητα ὡς πρότυπο γιὰ τὴν ὀργάνωση ὄχι μόνον τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν μετέπειτα κοινοτικῶν μορφῶν (χωρία– κοινότητες στὸ Βυζάντιο, κοινότητες στὴν Τουρκοκρατία, σημερινὰ μοναστήρια) λειτούργησε καὶ λειτουργεῖ, παρὰ τὴν κατάργηση τοῦ θεσμοῦ τῶν κοινοτήτων ἀπὸ τὸ ἐπίσημο κράτος, ὡς συνεκτικὸς κρίκος τόσο γιὰ τὰ ἐπιμέρους πρόσωπα ὅσο γιὰ ὁλόκληρη τὴν κοινωνία πρὸς σωτηρία τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τοὺς πάσης φύσεως ἐχθρούς των. Εἶναι, ὡς ἐκ τούτου, κατανοητὸ ὅτι ἡ μόνη διέξοδος γιὰ τὸ ξεπέρασμα καὶ τῆς σύγχρονης πολύπλευρης κρίσεως εἶναι ἡ ἀναβίωση τοῦ θεσμοῦ τῶν κοινοτήτων, ξεκινώντας ἀπὸ τὴν δημιουργία μικρῶν τοπικῶν πυρήνων, ὅπου θὰ ἐφαρμόζεται τὸ πνεῦμα τῶν πρώτων ἀποστολικῶν κοινοτήτων, τὸ πνεῦμα δηλ. τῆς ἀγάπης, τῆς ἀλληλεγγύης, τῆς κοινότητος τῶν ἀγαθῶν καὶ τῆς κατανομῆς των ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐπιμέρους προσώπων (Πράξ, Β’ 44-45, Δ’ 32).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου