Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

ΟΠΩΣ ΠΑΝΕ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ...


Λουπίδου Μαρίας
Πολιτικοῦ Ἐπιστήμονος

Τὴν ἱστορικὴ συνέχιση τῆς Ἑλλάδας μπορεῖς νὰ τὴν βρῆς ἀτόφια στὴν παράδοση τοῦ τόπου. Σ’ αὐτὰ ποὺ χορεύουν καὶ τραγουδοῦν οἱ Ἕλληνες εἴτε γιὰ νὰ θρηνήσουν εἴτε γιὰ νὰ γλεντήσουν. Ἐκεῖ μέσα ὑπάρχουν ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς ἱστορικῆς μας κληρονομιᾶς. Δὲν μπόρεσε κανένας νὰ τοὺς τὰ ἀφαιρέση.
Ὁ σύνδεσμος τῆς ἱστορίας μὲ τὴν παράδοση εἶναι γοητευτικὰ περίπλοκος.

Γιὰ νὰ γίνη κατανοητὴ ἡ σημασία τῶν παραδοσιακῶν χορῶν, τῶν τραγουδιῶν καὶ τῆς μουσικῆς πρέπει νὰ ἀνατρέξη κανεὶς στὴν ἱστορία τοῦ τόπου. Νὰ ἐξετάση τοὺς ψυχολογικοὺς παράγοντες ποὺ βοήθησαν στὴν ἐπιβίωση τῆς φυλῆς μας μέσα ἀπὸ τὴ λαογραφία. Καὶ ἀντίστροφα.
Γιατί, ἡ μουσική, τὸ τραγούδι καὶ ὁ χορὸς εἶναι ψυχοσωματικὲς ἐκφράσεις. Καὶ ἔτσι ἡ παράδοση καταφέρνει νὰ συνδέη τὴν ἐθνικὴ ἱστορία μὲ τὸν κάθε Ἕλληνα ξεχωριστὰ μιλώντας του σὲ μία γλῶσσα ἐντελῶς προσωπικὴ καὶ κατανοητή. Μιλώντας στὴν καρδιά του.
Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ δημοτικοί μας χοροὶ καὶ τὰ τραγούδια μας ἔχουν σημαντικὴ ἀξία: ἐπέζησαν ὡς πεμπτουσία τῆς ἱστορίας μας. Ἡ ἱστορία βρῆκε τὴν ἔκφρασή της μὲ τὸν πιὸ μεταδοτικὸ τρόπο. Καὶ οἱ ἀναφαίρετες κληρονομιές, ποὺ ὁ λαὸς κουβαλᾶ μέσα του, ἔγιναν ἡ Μούσα του. Πέρασε τὸ τραγούδι μέσα ἀπ’ ὅλες τὶς ἐποχὲς καὶ ἔφτασε στοὺς ἀγῶνες τῆς Ἀνεξαρτησίας. Τότε ἔψαλλε μὲ τὰ κλέφτικα τραγούδια ὅλο τὸν ἡρωισμὸ καὶ τὴν αὐτοθυσία τοῦ  Ἕλληνα, ἐξύμνησε τὴ γενναιότητα τῆς γυναίκας ποὺ πολεμάει δίπλα στὸν ἄνδρα, στὸν ἀδελφό, στὸν γιό. Μὲ τὰ μοιρολόγια θρήνησε τὸν πόνο γιὰ τὸν χαμό. Τὸν χαμὸ τῶν ἀνθρώπων ἀλλὰ καὶ τῶν τόπων, τῆς γῆς, τῆς πατρίδας.
Μέσα στοὺς δημοτικοὺς χορούς, στὴν ἔκφρασή τους, στὴν κίνησή τους, στὸν μουσικό τους ρυθμὸ βρίσκουμε τὸ νῆμα ποὺ μᾶς συνδέει μὲ τὰ ἀρχαῖα κείμενα, τὰ ἀρχαῖα μέτρα, τὴ ζωγραφικὴ τῶν ἀρχαίων ἀγγείων, τὴ βυζαντινὴ μουσική.
Ἡ Δώρα Στράτου ἔλεγε πὼς ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικότερα σημεῖα τοῦ ἑλληνικοῦ χοροῦ, ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἑλληνικότητά του, εἶναι τὰ ἑξῆς: ὅση ἔνταση καὶ νὰ ἔχη ἕνας χορός, προοδευτικὰ ἀνεβαίνοντας σὲ ρυθμό, δὲν ξεπερνᾶ ποτὲ τὰ ὅρια. Ἀκούει κανεὶς ἔξαφνα, μία κρητικὴ λύρα νὰ παίζη Πεντοζάλη, νὰ τὸν «φουλάρη» νὰ τὸν «ἀνεβάζη» καὶ περιμένει νὰ εἶναι τὸ τέλος του ἔξαλλο. Καθόλου! Σταματᾶ ἀπροόπτως μὲ μία κατεβατὴ δοξαριά, σὰν νὰ μὴν συνέβαινε τίποτε, ἢ σὰν νὰ εἶναι τὸ τέλος ἑνὸς ἤρεμου τραγουδιοῦ. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς χορευτές. Βλέπεις τὸν χορευτὴ νὰ ἐνθουσιάζεται νὰ μεταδίδη αὐτὸ τὸ αἴσθημα κι ὅμως, ἁπλῶς σταματᾶ καὶ ξανακάθεται ἥσυχος… καὶ εὐτυχὴς τὸ πολὺ–πολὺ γιὰ τὰ χορευτικά του κατορθώματα. Ὑπάρχει τὸ «μέτρον». Τὸ μέτρο τῶν ἀρχαίων. Ἡ ἰσορροπία. Ἡ ἁρμονία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου